Άρχοντας ανίδεος… ξύλον απελέκητο.
Ποιος είμαι εγώ ο κυνηγός, ο σύζυγος, πατέρας,
της μάνας μου ο καλύτερος και αρχηγός της οικογένειας;
Ποιος είμαι που εργάζομαι, κουράζομαι, να μεγαλώνω τα παιδιά, σπίτι ψωμί να φέρνω;
Ποιος είμαι εγώ στο καφενέ, στο γήπεδο, σε επίσκεψη, στις διακοπές, να δίνω ορμήνιες κι εντολές,
να κάνω όλες τις μαγκιές, να διηγούμαι πως τα καταφέρνω;
Είμαι ο «Χ», ο συγγενής,
ο φίλος, ο γείτονας, είμαι ο άνδρας ο βαρύς,
ο κύριος 'καθώς πρέπει'.
Σαράντα χρόνια στη δουλειά, οκτάωρα επανωτά,
τι κούραση Θεέ μου; Και τώρα στην σύνταξη αδελφέ μου.
Κάθομαι σπίτι και θωρώ και τι να δώ; γιατί είναι όλα Άγια;
γιατί είναι καθώς πρέπει;
